κίνδυνος
κίνδυνος
.κίνδῡνος, ὁ,
a danger, risk, hazard, venture, enterprise, Lat. periculum, Pind., Ar., etc.; κίνδυνον ἀναρρίπτειν to run a risk, Hdt., etc.; κίνδυνον or κινδύνους ἀναλαβέσθαι, ὑποδύεσθαι, αἴρεσθαι, ὑπομεῖναι, etc., Attic
Headword (normalized):
κίνδυνος
Headword (normalized/stripped):
κινδυνος
Intro Text:
κίνδυνος
.κίνδῡνος, ὁ,
a danger, risk, hazard, venture, enterprise, Lat. periculum, Pind., Ar., etc.; κίνδυνον ἀναρρίπτειν to run a risk, Hdt., etc.; κίνδυνον or κινδύνους ἀναλαβέσθαι, ὑποδύεσθαι, αἴρεσθαι, ὑπομεῖναι, etc., Attic
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17982
No citations.
{
"content": "κίνδυνος\n .κίνδῡνος, ὁ,\n a danger, risk, hazard, venture, enterprise, Lat. periculum, Pind., Ar., etc.; κίνδυνον ἀναρρίπτειν to run a risk, Hdt., etc.; κίνδυνον or κινδύνους ἀναλαβέσθαι, ὑποδύεσθαι, αἴρεσθαι, ὑπομεῖναι, etc., Attic",
"key": "ki/ndunos"
}