κινδυνευτής
κινδυνευτής
κινδῡνευτής, οῦ,
a daring, venturesome person, Thuc.
from κινδυνεύω
{ "content": "κινδυνευτής\n κινδῡνευτής, οῦ,\n a daring, venturesome person, Thuc.\n from κινδυνεύω", "key": "kinduneuth/s" }