κινδύνευμα
κινδύνευμα
κινδύ_νευμα, ατος, τό,
κινδυνεύω
a risk, hazard, venture, bold enterprise, Soph., Eur.
{ "content": "κινδύνευμα\n κινδύ_νευμα, ατος, τό,\n κινδυνεύω\n a risk, hazard, venture, bold enterprise, Soph., Eur.", "key": "kindu/neuma" }