κιλλίβας
κιλλίβας
κιλλί-βας, αντος,
in pl. κιλλίβαντες, a three-legged stand for supporting any thing, κιλλίβαντες ἀσπίδος a shield- stand, Ar.
{ "content": "κιλλίβας\n κιλλί-βας, αντος,\n in pl. κιλλίβαντες, a three-legged stand for supporting any thing, κιλλίβαντες ἀσπίδος a shield- stand, Ar.", "key": "killi/bas" }