Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κεφαλαλγία
κεφαλή
κεφαλῖνος
κεφάλιον
κεφαλίς
Κεχηναῖοι
κεχωρισμένως
Κέως
κηδεία
κήδειος
κηδεμονεύς
κηδεμονία
κηδεμονικός
κηδεμών
κήδεος
κηδεστής
κηδεστία
κήδευμα
κηδευτής
κηδεύω
κήδιστος
View word page
κηδεμονεύς
κηδεμονεύς κηδεμονεύς, έως, = κηδεμών, Anth.
ShortDef
one who is in charge, protector, guardian
Debugging
Headword:
κηδεμονεύς
Headword (normalized):
κηδεμονεύς
Headword (normalized/stripped):
κηδεμονευς
Intro Text:
κηδεμονεύς κηδεμονεύς, έως, = κηδεμών, Anth.
IDX:
17837
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17855
Key:
khdemoneu/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "κηδεμονεύς\n κηδεμονεύς, έως,\n = κηδεμών, Anth.", "key": "khdemoneu/s" }