κερκιδοποιική
κερκιδοποιική
κερκιδοποιός
(sc. τέχνη) the art of the shuttle-maker, Arist.
{ "content": "κερκιδοποιική\n κερκιδοποιός\n (sc. τέχνη) the art of the shuttle-maker, Arist.", "key": "kerkidopoiikh/" }