Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κεραύνιος
κεραυνοβολέω
κεραυνοβόλος
κεραυνόβολος
κεραυνοβρόντης
κεραυνομάχης
κεραυνός
κεραυνοφαής
κεραυνοφόρος
κεραυνόω
κεράω
Κέρβερος
κερδαίνω
κερδαλέος
κερδαλεόφρων
κερδίων
κέρδος
κερδοσύνη
κερδῷος
κερδώ
κερκιδοποιική
View word page
κεράω
κεράω .κεράω, Epic radic. form of κεράννυμι, part. κερῶν Od.; Mid., in imperat. κεράασθε, Od.; 3rd pl. imperf. κερόωντο Il.
ShortDef
[mix >κεράννυμι]
make horned, (mil.) take the flank
Debugging
Headword:
κεράω
Headword (normalized):
κεράω
Headword (normalized/stripped):
κεραω
IDX:
17776
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17794
Key:
kera/w1
Data
{'content': 'κεράω\n .κεράω,\n Epic radic. form of κεράννυμι, part. κερῶν Od.; Mid., in imperat. κεράασθε, Od.; 3rd pl. imperf. κερόωντο Il.', 'key': 'kera/w1'}