κεραυνοβόλος
κεραυνοβόλος
κεραυνο-βόλος, ον
cf. κεραυνόβολος
βάλλω
hurling the thunder, Anth.
{ "content": "κεραυνοβόλος\n κεραυνο-βόλος, ον\n cf. κεραυνόβολος\n βάλλω\n hurling the thunder, Anth.", "key": "keraunobo/los" }