Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κεραός
κεραοῦχος
κέρας
κεράστης
κεραστός
κερασφόρος
κερατέα
κεράτια
κεράτινος
κεράτιον
κερατών
κεραύνειος
κεραύνιος
κεραυνοβολέω
κεραυνοβόλος
κεραυνόβολος
κεραυνοβρόντης
κεραυνομάχης
κεραυνός
κεραυνοφαής
κεραυνοφόρος
View word page
κερατών
κερατών κερᾱτών, ῶνος, κέρας made of horns, Plut.
ShortDef
made of horns
Debugging
Headword:
κερατών
Headword (normalized):
κερατών
Headword (normalized/stripped):
κερατων
Intro Text:
κερατών κερᾱτών, ῶνος, κέρας made of horns, Plut.
IDX:
17764
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17782
Key:
keratw/n
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "κερατών\n κερᾱτών, ῶνος,\n κέρας\n made of horns, Plut.", "key": "keratw/n" }