Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κεραοξόος
κεραός
κεραοῦχος
κέρας
κεράστης
κεραστός
κερασφόρος
κερατέα
κεράτια
κεράτινος
κεράτιον
κερατών
κεραύνειος
κεραύνιος
κεραυνοβολέω
κεραυνοβόλος
κεραυνόβολος
κεραυνοβρόντης
κεραυνομάχης
κεραυνός
κεραυνοφαής
View word page
κεράτιον
κεράτιον κερά_τιον, ου, τό, Dim. of κέρας, v. sub κερατέα.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
κεράτιον
Headword (normalized):
κεράτιον
Headword (normalized/stripped):
κερατιον
Intro Text:
κεράτιον κερά_τιον, ου, τό, Dim. of κέρας, v. sub κερατέα.
IDX:
17763
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17781
Key:
kera/tion
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "κεράτιον\n κερά_τιον, ου, τό,\n Dim. of κέρας, v. sub κερατέα.", "key": "kera/tion" }