κεραμεύς
κεραμεύς
κερᾰμεύς, έως,
κέρᾰμος
a potter, Lat. figulus, Il.: —proverb., κεραμεὺς κεραμεῖ κοτέει "two of a trade never agree, " Hes.
{ "content": "κεραμεύς\n κερᾰμεύς, έως,\n κέρᾰμος\n a potter, Lat. figulus, Il.: —proverb., κεραμεὺς κεραμεῖ κοτέει \"two of a trade never agree, \" Hes.", "key": "kerameu/s" }