Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κεντέω
κεντρηνεκής
κεντρίζω
κεντρομανής
κέντρον
κεντροτυπής
κεντρόω
κέντρων
κεντυρίων
κέντωρ
κένωσις
κέπφος
κεραία
κεραΐζω
κεραϊστής
κεραίω
κεραμεία
Κεραμεικός
κεραμεῖον
Κεραμεῖς
κεραμεοῦς
View word page
κένωσις
κένωσις κένωσις, εως κενόω an emptying, Plat.
ShortDef
an emptying
Debugging
Headword:
κένωσις
Headword (normalized):
κένωσις
Headword (normalized/stripped):
κενωσις
Intro Text:
κένωσις κένωσις, εως κενόω an emptying, Plat.
IDX:
17734
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17752
Key:
ke/nwsis
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "κένωσις\n κένωσις, εως\n κενόω\n an emptying, Plat.", "key": "ke/nwsis" }