κεντρομανής
κεντρομανής
κεντρο-μᾰνής, ές
μαίνομαι
madly spurring, or spurring to madness, Anth.
{ "content": "κεντρομανής\n κεντρο-μᾰνής, ές\n μαίνομαι\n madly spurring, or spurring to madness, Anth.", "key": "kentromanh/s" }