Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

κατορούω
κατορρωδέω
κατορύσσω
κατορχέομαι
κατόσσομαι
κατότι
κατουδαῖος
κατουλόω
κατουρίζω
κατοχή
κάτοχος
κατόψιος
κατοψοφαγέω
καττάνυσαν
κάτωθεν
κατωθέω
κατωκάρα
κατωμάδιος
κατωμαδόν
κατωμοσία
κάτω
View word page
κάτοχος
κάτοχος κάτοχος, ον κατέχω holding down, holding fast, tenacious, Plut. pass. kept down, held fast, overpowered, overcome, Aesch., Soph.; κάτοχος subject to him, Eur.

ShortDef

holding down, holding fast, tenacious

Debugging

Headword:
κάτοχος
Headword (normalized):
κάτοχος
Headword (normalized/stripped):
κατοχος
IDX:
17577
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17594
Key:
ka/toxos

Data

{'content': 'κάτοχος\n κάτοχος, ον\n κατέχω\n holding down, holding fast, tenacious, Plut.\n pass. kept down, held fast, overpowered, overcome, Aesch., Soph.; κάτοχος subject to him, Eur.', 'key': 'ka/toxos'}