Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κατορθόω
κατόρθωσις
κατορθωτικός
κατορούω
κατορρωδέω
κατορύσσω
κατορχέομαι
κατόσσομαι
κατότι
κατουδαῖος
κατουλόω
κατουρίζω
κατοχή
κάτοχος
κατόψιος
κατοψοφαγέω
καττάνυσαν
κάτωθεν
κατωθέω
κατωκάρα
κατωμάδιος
View word page
κατουλόω
κατουλόω Mid.-Pass. to cicatrise, heal over, Anth.
ShortDef
cause to cicatrize
Debugging
Headword:
κατουλόω
Headword (normalized):
κατουλόω
Headword (normalized/stripped):
κατουλοω
Intro Text:
κατουλόω Mid.-Pass. to cicatrise, heal over, Anth.
IDX:
17574
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17591
Key:
katoulo/omai
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "κατουλόω\n Mid.-Pass. to cicatrise, heal over, Anth.", "key": "katoulo/omai" }