κατόπτης
κατόπτης
κατ-όπτης, ου,
ὄψομαι, fut. of ὁράω
a spy, scout, Hhymn., Hdt., Aesch., etc.
an overseer, τῶν πραγμάτων Aesch.
{ "content": "κατόπτης\n κατ-όπτης, ου,\n ὄψομαι, fut. of ὁράω\n a spy, scout, Hhymn., Hdt., Aesch., etc.\n an overseer, τῶν πραγμάτων Aesch.", "key": "kato/pths" }