κατόνομαι
κατόνομαι
aor1 κατ-ωνόσθην
Dep. to censure bitterly, depreciate, abuse, Hdt.
{ "content": "κατόνομαι\n aor1 κατ-ωνόσθην\n Dep. to censure bitterly, depreciate, abuse, Hdt.", "key": "kato/nomai" }