κατοίχομαι
κατοίχομαι
Dep. to have gone down, οἱ κατοιχόμενοι the departed, dead, Dem.
{ "content": "κατοίχομαι\n Dep. to have gone down, οἱ κατοιχόμενοι the departed, dead, Dem.", "key": "katoi/xomai" }