κατοικίδιος
κατοικίδιος
κατ-οικίδιος, ον
living in or about a house, domestic, οἱ κατοικίδιοι home birds, Luc.
{ "content": "κατοικίδιος\n κατ-οικίδιος, ον\n living in or about a house, domestic, οἱ κατοικίδιοι home birds, Luc.", "key": "katoiki/dios" }