κατεφάλλομαι
κατεφάλλομαι
Dep. to spring down upon, rush upon, κατεπάλμενος (aor2 part. syncop.) Il., Anth.
for κατ-έπαλτο, v. καταπάλλω.
{ "content": "κατεφάλλομαι\n Dep. to spring down upon, rush upon, κατεπάλμενος (aor2 part. syncop.) Il., Anth.\n for κατ-έπαλτο, v. καταπάλλω.", "key": "katefa/llomai" }