κατερύκω
κατερύκω
fut. ξω
to hold back, detain, Hom., Theogn., Ar.:—Pass., κατερύκεται εὐρέϊ πόντῳ Od.
{ "content": "κατερύκω\n fut. ξω\n to hold back, detain, Hom., Theogn., Ar.:—Pass., κατερύκεται εὐρέϊ πόντῳ Od.", "key": "kateru/kw" }