κατειλύω
κατειλύω
fut. ύσω
to cover up, Il.: Pass., ὄρος ψάμμῳ κατειλῡμένον (perf. part.) Hdt.
{ "content": "κατειλύω\n fut. ύσω\n to cover up, Il.: Pass., ὄρος ψάμμῳ κατειλῡμένον (perf. part.) Hdt.", "key": "kateilu/w" }