Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
καταφονεύω
καταφορέω
καταφράζω
κατάφρακτος
καταφράσσω
καταφρονέω
καταφρόνημα
καταφρόνησις
καταφρονητής
καταφρονητικός
καταφροντίζω
καταφρύγω
καταφυγγάνω
καταφυγή
καταφυλαδόν
καταφυλλοροέω
καταφυτεύω
καταφύομαι
κατάφυτος
καταφωράω
κατάφωρος
View word page
καταφροντίζω
καταφροντίζω Attic fut. ιῶ τὸ ἱμάτιον οὐκ ἀπολώλεκʼ, ἀλλὰ καταπεφρόντικα I have not lost it, but Iʼve thought it away, lost it in the schools, Ar.
ShortDef
think away; study down the drain
Debugging
Headword:
καταφροντίζω
Headword (normalized):
καταφροντίζω
Headword (normalized/stripped):
καταφροντιζω
IDX:
17383
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17399
Key:
katafronti/zw
Data
{'content': 'καταφροντίζω\n Attic fut. ιῶ\n τὸ ἱμάτιον οὐκ ἀπολώλεκʼ, ἀλλὰ καταπεφρόντικα I have not lost it, but Iʼve thought it away, lost it in the schools, Ar.', 'key': 'katafronti/zw'}