Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
καταπτωχεύω
καταπυγοσύνη
καταπύγων
καταπύθω
κατάπυκνος
καταπυκνόω
κατάρα
καταράομαι
κατάρατος
καταργέω
καταργίζω
κάταργμα
καταργυρόω
κατάρδω
καταριγηλός
καταριθμέω
καταρκέω
καταρνέομαι
καταρόω
καταρραθυμέω
καταρρακόω
View word page
καταργίζω
καταργίζω to make to tarry, v. sub ἀπαρτίζω.
ShortDef
to make to tarry
Debugging
Headword:
καταργίζω
Headword (normalized):
καταργίζω
Headword (normalized/stripped):
καταργιζω
Intro Text:
καταργίζω to make to tarry, v. sub ἀπαρτίζω.
IDX:
17197
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17213
Key:
katargi/zw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "καταργίζω\n to make to tarry, v. sub ἀπαρτίζω.", "key": "katargi/zw" }