κατάπτυστος
κατάπτυστος
κατάπτυστος, ον
καταπτύω
to be spat upon, abominable, despicable, Aesch., Eur., Dem.
{ "content": "κατάπτυστος\n κατάπτυστος, ον\n καταπτύω\n to be spat upon, abominable, despicable, Aesch., Eur., Dem.", "key": "kata/ptustos" }