Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

καταπλαστύς
καταπλέκω
κατάπλεος
καταπλέω
κατάπληξις
καταπλήσσω
καταπλήξ
κατάπλοος
καταπλουτίζω
καταπλύνω
κατάπλυσις
καταπνέω
καταπνοή
καταπόδα
καταπολεμέω
καταπολιτεύομαι
καταπολύ
καταπονέω
κατάπονος
καταποντίζω
καταποντιστής
View word page
κατάπλυσις
κατάπλυσις from καταπλύ_νω κατάπλῠσις, ιος a bathing in water, Xen.

ShortDef

a bathing in water

Debugging

Headword:
κατάπλυσις
Headword (normalized):
κατάπλυσις
Headword (normalized/stripped):
καταπλυσις
IDX:
17162
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17178
Key:
kata/plusis

Data

{'content': 'κατάπλυσις\n from καταπλύ_νω\n κατάπλῠσις, ιος\n a bathing in water, Xen.', 'key': 'kata/plusis'}