Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
καταπηδάω
καταπίμπλημι
καταπίμπρημι
καταπίνω
καταπιπράσκω
καταπίπτω
καταπισσόω
καταπιστεύω
καταπλάσσω
καταπλαστός
καταπλαστύς
καταπλέκω
κατάπλεος
καταπλέω
κατάπληξις
καταπλήσσω
καταπλήξ
κατάπλοος
καταπλουτίζω
καταπλύνω
κατάπλυσις
View word page
καταπλαστύς
καταπλαστύς καταπλαστύς, ύος Ionic for κατάπλασμα, Hdt.
ShortDef
plaster, poultice
Debugging
Headword:
καταπλαστύς
Headword (normalized):
καταπλαστύς
Headword (normalized/stripped):
καταπλαστυς
Intro Text:
καταπλαστύς καταπλαστύς, ύος Ionic for κατάπλασμα, Hdt.
IDX:
17152
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17168
Key:
kataplastu/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "καταπλαστύς\n καταπλαστύς, ύος\n Ionic for κατάπλασμα, Hdt.", "key": "kataplastu/s" }