καταπέτομαι
καταπέτομαι
fut. -πτήσομαι
3rd sg. aor2 κατέπτατο
part. καταπτάμενος
subj. κατάπτωμαι
also aor2 act. κατέπτην
to fly down, Hdt., Ar., etc.
{ "content": "καταπέτομαι\n fut. -πτήσομαι\n 3rd sg. aor2 κατέπτατο\n part. καταπτάμενος\n subj. κατάπτωμαι\n also aor2 act. κατέπτην\n to fly down, Hdt., Ar., etc.", "key": "katape/tomai" }