καταπεμπτέος
καταπεμπτέος
καταπεμπτέος, α, ον
verb. adj. from καταπέμπω
to be sent down, Luc.
{ "content": "καταπεμπτέος\n καταπεμπτέος, α, ον\n verb. adj. from καταπέμπω\n to be sent down, Luc.", "key": "katapempte/os" }