καταπελτάζω
καταπελτάζω
fut. άσομαι
to overrun with light-armed troops (πελτασταί) , Ar.
{ "content": "καταπελτάζω\n fut. άσομαι\n to overrun with light-armed troops (πελτασταί) , Ar.", "key": "katapelta/zw" }