κατάπαστος
κατάπαστος
from καταπάσσω
κατάπαστος, ον
besprinkled, Ar.
embroidered, Ar.
{ "content": "κατάπαστος\n from καταπάσσω\n κατάπαστος, ον\n besprinkled, Ar.\n embroidered, Ar.", "key": "kata/pastos" }