καταπάλλομαι
καταπάλλομαι
Pass. to vault or leap down, οὐρανοῦ ἐκ κατέπαλτο (Epic syncop. aor2 for κατεπάλετο) , Il.
{ "content": "καταπάλλομαι\n Pass. to vault or leap down, οὐρανοῦ ἐκ κατέπαλτο (Epic syncop. aor2 for κατεπάλετο) , Il.", "key": "katapa/llomai" }