κατάντης
κατάντης
κατ-άντης, ες
ἄντα
down-hill, downward, steep, Ar.; εἰς τὸ κάταντες downwards, Xen.
metaph. prone, inclined, πρός τι Eur.
{ "content": "κατάντης\n κατ-άντης, ες\n ἄντα\n down-hill, downward, steep, Ar.; εἰς τὸ κάταντες downwards, Xen.\n metaph. prone, inclined, πρός τι Eur.", "key": "kata/nths" }