κατανθρακόω
κατανθρακόω
to burn to cinders,
perf. part. κατηνθρακωμένος Soph.
aor1 κατηνθρακώθην Eur.
{ "content": "κατανθρακόω\n to burn to cinders,\n perf. part. κατηνθρακωμένος Soph.\n aor1 κατηνθρακώθην Eur.", "key": "katanqrako/omai" }