ἀγκαλίζομαι
ἀγκαλίζομαι
= ἀγκάζομαι
to embrace, Anth.
ἀγκαλιζόμενος in pass. sense, Aesop.
{ "content": "ἀγκαλίζομαι\n = ἀγκάζομαι\n to embrace, Anth.\n ἀγκαλιζόμενος in pass. sense, Aesop.", "key": "a)gkali/zomai" }