καταναγκάζω
καταναγκάζω
fut. σω
to overpower by force, confine, Eur.
to coerce, τινὰ ἐς ξυμμαχίαν Thuc.
{ "content": "καταναγκάζω\n fut. σω\n to overpower by force, confine, Eur.\n to coerce, τινὰ ἐς ξυμμαχίαν Thuc.", "key": "katanagka/zw" }