καταλοχισμός
καταλοχισμός
from καταλοχίζω
καταλοχισμός, οῦ,
distribution into bodies, Plut., Luc.
{ "content": "καταλοχισμός\n from καταλοχίζω\n καταλοχισμός, οῦ,\n distribution into bodies, Plut., Luc.", "key": "kataloxismo/s" }