View word page
καταλλακτικός
καταλλακτικός καταλλακτικός, ή, όν easy to reconcile, placable, Arist.

ShortDef

easy to reconcile, placable

Debugging

Headword:
καταλλακτικός
Headword (normalized):
καταλλακτικός
Headword (normalized/stripped):
καταλλακτικος
Intro Text:
καταλλακτικός καταλλακτικός, ή, όν easy to reconcile, placable, Arist.
IDX:
17029
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n17045
Key:
katallaktiko/s

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "καταλλακτικός\n καταλλακτικός, ή, όν\n easy to reconcile, placable, Arist.",
  "key": "katallaktiko/s"
}