καταλειτουργέω
καταλειτουργέω
fut. ήσω
to spend all oneʼs substance in bearing the public burdens (λειτουργίαι) , Dem.
{ "content": "καταλειτουργέω\n fut. ήσω\n to spend all oneʼs substance in bearing the public burdens (λειτουργίαι) , Dem.", "key": "kataleitourge/w" }