Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀμάχητος
ἄμαχος
ἀμάω
ἀμάω
ἀμβλήδην
ἀμβλίσκω
ἀμβλύνω
ἀμβλύς
ἀμβλύτης
ἀμβλυωπέω
ἀμβλυωπία
ἀμβλυώσσω
ἀμβλωπός
ἀμβολάδην
ἀμβολά
ἀμβολάς
ἀμβολιεργός
ἀμβροσία
ἀμβρόσιος
ἀμβροτόπωλος
ἄμβροτος
View word page
ἀμβλυωπία
ἀμβλυωπία ἀμβλύς, ὤψ dim-sightedness, Plat.
ShortDef
dim-sightedness
Debugging
Headword:
ἀμβλυωπία
Headword (normalized):
ἀμβλυωπία
Headword (normalized/stripped):
αμβλυωπια
IDX:
1701
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n1701
Key:
a)mbluwpi/a
Data
{'content': 'ἀμβλυωπία\n ἀμβλύς, ὤψ\n dim-sightedness, Plat.', 'key': 'a)mbluwpi/a'}