κατακρυφή
κατακρυφή
from κατακρύπτω
κατακρῠφή, ἡ,
concealment: a subterfuge, Soph.
{ "content": "κατακρυφή\n from κατακρύπτω\n κατακρῠφή, ἡ,\n concealment: a subterfuge, Soph.", "key": "katakrufh/" }