κατακομιδή
κατακομιδή
κατακομῐδή, ἡ,
a bringing down to the sea-shore for exportation, Thuc.
from κατακομίζω
{ "content": "κατακομιδή\n κατακομῐδή, ἡ,\n a bringing down to the sea-shore for exportation, Thuc.\n from κατακομίζω", "key": "katakomidh/" }