καταθαρσύνω
καταθαρσύνω
fut. υνῶ
to embolden or encourage against, τινὰ πρὸς τὸ μέλλον Plut.:—Pass., in form καταθρασύνομαι, Luc.
{ "content": "καταθαρσύνω\n fut. υνῶ\n to embolden or encourage against, τινὰ πρὸς τὸ μέλλον Plut.:—Pass., in form καταθρασύνομαι, Luc.", "key": "kataqarsu/nw" }