ἁματροχιά
ἁματροχιά
τροχός
a jostling or clashing of wheels, ἁματροχιὰς ἀλεείνων Il.
{ "content": "ἁματροχιά\n τροχός\n a jostling or clashing of wheels, ἁματροχιὰς ἀλεείνων Il.", "key": "a(matroxia/" }