καταγνωστέος
καταγνωστέος
καταγνωστέος, ον
verb. adj. of καταγιγνώσκω
one must condemn, τινός Luc.
{ "content": "καταγνωστέος\n καταγνωστέος, ον\n verb. adj. of καταγιγνώσκω\n one must condemn, τινός Luc.", "key": "katagnwste/os" }