Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

Κάστωρ
κάστωρ
καταβάδην
καταβαθμός
καταβαίνω
καταβακχιόομαι
καταβάλλω
καταβάπτω
καταβαρέω
κατάβασις
καταβασμός
καταβατέον
καταβαΰζω
καταβεβαιόομαι
καταβιάζω
καταβιβάζω
καταβιβαστέος
καταβιβρώσκω
καταβιόω
καταβλάπτω
καταβλέπω
View word page
καταβασμός
καταβασμός καταβασμός, οῦ, Attic for καταβαθμός.

ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
καταβασμός
Headword (normalized):
καταβασμός
Headword (normalized/stripped):
καταβασμος
IDX:
16772
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n16788
Key:
katabasmo/s

Data

{'content': 'καταβασμός\n καταβασμός, οῦ,\n Attic for καταβαθμός.', 'key': 'katabasmo/s'}