καρυκοποιέω
καρυκοποιέω
κᾰρῡκο-ποιέω,
fut. -ήσω
to make a καρύκη or rich sauce, Ar.
{ "content": "καρυκοποιέω\n κᾰρῡκο-ποιέω,\n fut. -ήσω\n to make a καρύκη or rich sauce, Ar.", "key": "karukopoie/w" }