Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
καρτερικός
καρτερόθυμος
καρτερός
καρτερούντως
καρτερόχειρ
κάρτος
καρτύνω
Καρύαι
Καρυατίζω
καρύκη
καρύκινος
καρυκοποιέω
καρυοναύτης
κάρυον
καρύσσω
καρφαλέος
κάρφη
καρφηρός
καρφίτης
κάρφος
κάρφω
View word page
καρύκινος
καρύκινος from κᾰρύ_κη κᾰρύκινος, η, ον dark-red, Xen.
ShortDef
dark-red
Debugging
Headword:
καρύκινος
Headword (normalized):
καρύκινος
Headword (normalized/stripped):
καρυκινος
Intro Text:
καρύκινος from κᾰρύ_κη κᾰρύκινος, η, ον dark-red, Xen.
IDX:
16730
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n16746
Key:
karu/kinos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "καρύκινος\n from κᾰρύ_κη\n κᾰρύκινος, η, ον\n dark-red, Xen.", "key": "karu/kinos" }