καρπάλιμος
καρπάλιμος
καρπάλῐμος, ον
v. κραιπνός
swift, Lat. rapidus, Il.: adv. -μως, swiftly, rapidly, Il.
in Pind., γένυες κ. eager jaws.
{ "content": "καρπάλιμος\n καρπάλῐμος, ον\n v. κραιπνός\n swift, Lat. rapidus, Il.: adv. -μως, swiftly, rapidly, Il.\n in Pind., γένυες κ. eager jaws.", "key": "karpa/limos" }