Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
καρβάτιναι
κάρδαμον
καρδία
καρδιογνώστης
καρδιόδηκτος
καρδιουλκέω
κάρδοπος
καρηκομόωντες
κάρηνον
Καρικός
Καρίνη
Κάριος
καρίς
καρκαίρω
καρκίνος
καρκινόχειρες
Κάρνεια
Κάρπαθος
καρπαία
καρπάλιμος
Κάρ
View word page
Καρίνη
Καρίνη Κᾱρί_νη, ἡ, a Carian woman, Phan. ap. Plut.
ShortDef
a Carian woman
Debugging
Headword:
Καρίνη
Headword (normalized):
καρίνη
Headword (normalized/stripped):
καρινη
Intro Text:
Καρίνη Κᾱρί_νη, ἡ, a Carian woman, Phan. ap. Plut.
IDX:
16690
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n16706
Key:
*kari/nh
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "Καρίνη\n Κᾱρί_νη, ἡ,\n a Carian woman, Phan. ap. Plut.", "key": "*kari/nh" }